< + Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, Ελέησόν με τον αμαρτωλόν. >

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ

13 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ - Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Μάρτυρας

  Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης ὁ Μάρτυρας

Ἦταν Ἀθηναῖος εὐπατρίδης, φιλόσοφος ἐξ ἐνδόξου ἀθηναϊκοῦ γένους, καὶ ἔζησε κατὰ τὸν 2ο μ.Χ. αἰώνα ἐπὶ αὐτοκρατορίας Ἀδριανοῦ.

 

Ὁ Ἱερώνυμος ἔγραψεν ἐγκώμιον ἐξυψῶν αὐτὸν ὡς Ἰσαπόστολον. Ἐμυήθη τὴν εὐσέβειαν εἰς Χριστόν, παρὰ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰεροθέου. Ἔγραψεν εἰς τὸν Ἀδριανὸν ἀπολογίαν ὑπὲρ τῶν διωκωμένων Χριστιανῶν. Ἐδιώχθη καὶ ἐπειδὴ ἔλειπεν ὁ Ἀδριανὸς μετέβη εἰς τὴν Ρώμην καὶ ἀπηλογήθη.

 
Κατόπιν μετεφέρθη εἰς Ἀθήνας ὅπου ἐμαρτύρησεν, κρεμασθεῖς εἰς τὴν κοίλην της ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν, τὴν 13ην Σεπτεμβρίου τοῦ 120 μ.Χ. κατὰ τὸ παλαιὸν συναξάριον τὸ ὁποῖον μετεφράσθη εἰς τὰ λατινικὰ παρὰ τοῦ Ἱερωνύμου.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. Α΄. (Τὸν συνάναρχον Λόγον.)


Τῷ Χριστῷ προσηνέχθης θυσία ἄμωμος, καὶ ὁλοκάρπωμα θεῖον αἰωρηθεὶς ἀπηνῶς, ἐν ἀγχόνῃ Ἀριστείδη γενναιότατε, γόνε κλεινὲ τῶν Ἀθηνῶν καὶ φιλόσοφε σεπτέ, διό σε νῦν εὐφημοῦντες, φωναῖς εὐήχοις βοῶμεν· Χριστὸν δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.


ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓΙΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑΙΟΥ

<ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ>

  

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 13 Σεπτεμβρίου 2026
(Πρὸ τῆς Ὑψώσεως)
 (Ἰω. γ΄ 13-17)
<<Εἶπεν ὁ Κύριος· οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕ­­­ψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. οὐ γὰρ ἀπέ­­στειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ. >>

 «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν»
Καθὼς πλησιάζει ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ ἀναλογιστοῦμε τὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὴ κορυφώθηκε μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Σ’ αὐτὴ τὴ θεϊκὴ ἀγάπη ἀναφέρεται ὁ Κύριος μὲ ἕνα συγκλονιστικὸ λόγο του, ποὺ ἀκοῦμε στὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο: «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν». Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦσαν στὴν ἁμαρτία, ­ὥ­­­στε γιὰ τὴ σωτηρία τους παρέδωσε σὲ θάνατο τὸν μονάκριβο υἱό του.

Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν αὐτὸν τὸν βαρυσήμαντο λόγο τοῦ Κυρίου, ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐμβαθύνουμε στὸ ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο τῆς θεϊκῆς ἀγάπης καὶ νὰ δοῦμε πῶς ὁ Τίμιος Σταυρὸς φανερώνει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὸ ἀποκορύφωμά της.

11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ - Ἡ Ἁγία Θεοδώρα τῆς Βάστας Πελοποννήσου

 
Ἡ Ἁγία Θεοδώρα τῆς Βάστας Πελοποννήσου
Πρόκειται γιὰ τοπικὴ Ἁγία ποὺ ἔζησε τὸν 10ο αἰῶνα στὴν κεντρικὴ Πελοπόννησο (σύνορα Μεσσηνίας- Ἀρκαδίας). 

Ἀπὸ μικρὴ ἀγάπησε τὸν θεάνθρωπο καὶ λυτρωτὴ Χριστὸ καὶ σ᾿ αὐτὸν ἀφιέρωσε τὴ ζωή της. Ἔζησε σὰν μοναχὸς σὲ ἀνδρικὸ μοναστήρι τῆς ἄνω Μεσσηνίας καὶ ἔφτασε σὲ μεγάλο ὕψος ἁγιότητας. Συκοφαντήθηκε ὅμως βάναυσα, ὅτι ἄφησε ἔγκυο κοπέλα τῆς περιοχῆς! 

Τὰ ἤθη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦταν τέτοια, ὥστε βιαστικὰ τὴν καταδίκασαν σὲ θάνατο. Γιατί ὅμως ἐνῷ εἶχε πρόχειρη τὴν ἀπόδειξη ἀθῳότητάς της σὰν γυναῖκα καὶ ἀφοῦ ἀρνήθηκε τὴν συκοφαντία, δὲν τὴν χρησιμοποίησε; Τὸ λόγο γνωρίζει αὐτὴ καὶ ὁ Θεός. Γεγονὸς εἶναι ὅτι φορτώθηκε ξένη ντροπὴ καὶ ἀποφάσισε νὰ μαρτυρήσει ἀπὸ ἀγάπη. 

Τὰ τελευταῖα λόγια της ἦταν: «Τὸ σῶμα μου νὰ γίνει ναός, τὰ μαλλιά μου πελώρια δέντρα καὶ τὸ αἷμα μου ποτάμι». 

Σήμερα στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου της, στὸ χωριὸ Βάστα Ἀρκαδίας, ὑπάρχει ἐξωκλῆσι ποὺ ἀπὸ δίπλα του περνάει ποτάμι καὶ πάνω στὴ σκεπὴ του ὑπάρχουν κατὰ παράδοξο τρόπο 17 τεράστια δέντρα. Λεπτομερῆ βιογραφία τῆς Ἁγίας, ἔγραψε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γόρτυνος καὶ Μεγαλουπόλεως κ. Θεόφιλος. (Νὰ παρατηρήσουμε ἐδῶ ὅτι ἡ βιογραφία τῆς Ἁγίας αὐτῆς, ἔχει ἀρκετὰ κοινὰ στοιχεῖα, μ᾿ αὐτὰ τῆς ἁγίας Θεοδώρας τῆς Ἀλεξανδρινῆς, ποὺ ἡ μνήμη της γιορτάζεται ἐπίσης αὐτὴν τὴν ἡμέρα).
 







09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ - ΣΥΝΑΞΙΣ ΘΕΟΠΑΤΟΡΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ

   Οἱ Ἅγιοι Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, οἱ Θεοπάτορες
Ἡ σύναξη τῶν δικαίων γονέων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ὁρίστηκε τὴν ἑπομένη τοῦ γεννεσίου τῆς Θεοτόκου, γιὰ τὸν λόγο ὅτι αὐτοὶ ἔγιναν πρόξενοι τῆς παγκόσμιας σωτηρίας μὲ τὴν γέννηση τῆς ἁγίας θυγατέρας της. «Τελεῖται δὲ ἡ σύναξις αὐτῶν ἐν τῷ ἐξαέρῳ οἴκῳ τῆς Θεοτόκου, πλησίον τῆς μεγάλης ἐκκλησίας ἐν τοὶς Χαλκοπρατείοις».


Νὰ ἀναφέρουμε λοιπόν, ὅτι ὁ Ἰωακεὶμ ἦταν γιὸς τοῦ Ἐλιακεὶμ ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα καὶ ἀπόγονός του Δαβίδ. Ἔκπτωτος τοῦ θρόνου, ἰδιώτευε στὴν Ἰουδαία καὶ τὸ περισσότερο χρονικὸ διάστημα στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου εἶχε μέγαρο μὲ βασιλικὸ κῆπο. Παντρεύτηκε τὴν Ἄννα, θυγατέρα τοῦ Ματθᾶν, ἱερέως, ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Λευΐκαι τῆς Μαρίας, γυναικὸς αὐτοῦ, ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα. Ἐπειδὴ οἱ φυλές, Βασιλικὴ καὶ Ἱερατική, συγγένευαν μεταξύ τους, διότι ἡ Βασιλεία ἐθεωρεῖτο ἴση μὲ τὴν Ἱεροσύνη, δὲν ἔδιναν οὔτε ἔπαιρναν θυγατέρες ἀπὸ τῆς φυλὲς ποὺ θεωροῦνταν κοινές.
 
Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ θεάρεστα πέρασε τὴ ζωὴ του τὸ ἅγιο αὐτὸ ζευγάρι, ὅπως πληροφοροῦν τὰ βιογραφικὰ σημειώματα τῶν ἑορτῶν τῆς 25ης Ἰουλίου, 8ης Σεπτεμβρίου καὶ 9ης Δεκεμβρίου, ὁ μὲν Ἰωακεὶμ πέθανε ὀκτὼ χρόνια ἀπὸ τὰ Εἰσόδια τῆς κόρης του Θεοτόκου σὲ ἡλικία 92 ἐτῶν, ἡ δὲ Ἄννα 11 μῆνες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰωακείμ, σὲ ἡλικία 83 ἐτῶν. 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἡ δυὰς ἡ ἁγία καὶ θεοτίμητος, Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ὡς τοῦ Θεοῦ ἀγχιστεῖς, ἀνυμνείσθωσαν φαιδρῶς ᾀσμάτων κάλλεσιν· οὗτοι γὰρ ἔτεκον ἡμῖν, τὴν τεκοῦσαν ὑπὲρ νοῦν, τὸν ἄσαρκον βροτωθέντα, εἰς σωτηρίαν τοῦ κόσμου, μεθ’ ἧς πρεσβεύουσι σωθῆναι ἡμᾶς. 

08 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ - ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

  Ἡ Γέννησις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

«Ἀποκάλυψαν πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου καὶ ἔλπισον ἐπ’ αὐτόν, καὶ αὐτός ποιήσει».
Φανέρωσε στὸν Κύριο μὲ ἐμπιστοσύνη τὸν δρόμο καὶ τὶς ἐπιδιώξεις καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς σου καὶ ἔλπισε σ’ Αὐτὸν καὶ θὰ κάνει ἐκεῖνα ποὺ ζητᾶς καὶ χρειάζεσαι.


Μ’ αὐτὴ τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ ἐλπίδα, ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ἱκέτευαν προσευχόμενοι τὸν Θεὸ νὰ τοὺς χαρίσει παιδί, νὰ τὸ ἔχουν γλυκειὰ παρηγοριὰ στὰ γεράματά τους. Καὶ τὴν ἐλπίδα τους, ὁ Θεὸς, τὴν ἔκανε πραγματικότητα. Τοὺς χάρισε τὴν Παρθένο Μαριάμ, ποὺ ἦταν ὁρισμένη νὰ γεννήσει τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου καὶ νὰ λάμψει σὰν ἡ πιὸ εὐλογημένη μεταξὺ τῶν γυναικών. Ἦταν ἐκείνη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔμελλε νὰ προέλθει Αὐτὸς ποὺ θὰ συνέτριβε τὴν κεφαλὴ τοῦ νοητοῦ ὄφεως.


Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δόθηκαν οἱ προτυπώσεις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Μία εἶναι καὶ ἡ βάτος στὸ Σινᾶ, τὴν ὁποία ἐνῷ εἶχαν περιζώσει φλόγες φωτιᾶς, αὐτὴ δὲν καιγόταν. Ἦταν ἀπεικόνιση τῆς Παρθένου, ποὺ θὰ γεννοῦσε τὸν Σωτῆρα Χριστὸ καὶ συγχρόνως θὰ διατηροῦσε τὴν παρθενία της.
 
Ἔτσι, ἡ Ἄννα καὶ ὁ Ἰωακείμ, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαβίδ, μὲ τὴν κραταιὰ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν στὸν Θεὸ ἀπέκτησαν ἀπ’ Αὐτὸν τὸ ἐπιθυμητὸ δῶρο, ποὺ θὰ συντροφεύει τὸν κόσμο μέχρι συντέλειας αἰώνων.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν· καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν· καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν, ζωὴν τὴν αἰώνιον.