09 ΙΟΥΛΙΟΥ - Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς

   Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός
 Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α'.
Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καί ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξᾳ τῷ ποιητῇ σου καί Θεῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σέ στεῤῥόν ἡμῖν δωρήσαντι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, ὁμολογίᾳ, κατηγλάϊσας, τὴν ἐκκλησίαν, καὶ Ἀθλοφόρων τὴν χορείαν κατηύφρανας, σὺ τῶν ανόμων κατετρόπωσας φάλαγγας, καὶ αριστείας βραβεῖα ἀπείληφας, Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν Μιχαὴλ ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
 

Ο Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς (ή Μπακνανάς), γεννήθηκε στην Αθήνα από ενάρετους γονείς περί το 1750 μ.Χ. και έζησε στη συνοικία της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, στο σημερινό χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Λόγω της πενίας των γονέων του, έμεινε αγράμματος και έγινε κηπουρός.

Κάποια ημέρα ενώ επέστρεψε στην Αθήνα από κάποιο χωριό όπου είχε πάει για δουλειά, συνελήφθη από τους Τούρκους φύλακες και συκοφαντήθηκε ότι μετέφερε κρυφά μπαρούτι για τους επαναστάτες Έλληνες. Οδηγήθηκε στον κριτή όπου διαμαρτυρήθηκε για την αδικία εις βάρος του, αλλά καταδικάστηκε εις θάνατον εκτός και εάν εδέχετο να αρνηθεί την πίστη του και να ασπασθεί το Μωαμεθανισμό, οπότε και θα έσωζε τη ζωή του. Όμως ο ευσεβής και έντιμος εκείνος Αθηναίος, απαντούσε σε ύφος αγέρωχο στις συνεχιζόμενες απειλές των Τούρκων με την χαρακτηριστική φράση, «Δεν τουρκεύω».

Καταδικάσθηκε σε θάνατο και οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης χαίρων και ευχαριστών τον Κύριο που τον αξίωσε της τιμής του μαρτυρίου. Στην αρχή ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με αντεστραμμένο ξίφος στο λαιμό για να τον εκφοβίσει, προσδοκώντας την μεταστροφή του. Όμως ο γενναίος μάρτυρας τον παρότρυνε με θάρρος λέγοντας «Χτύπα για την πίστη». Και όταν ο δήμιος έβαλε το μαχαίρι του στον τράχηλο του Αγίου και τον πλήγωσε λίγο άκουσε από το στόμα του Αγίου την ίδια φράση «Χτύπα για την πίστη». Τελικά ο δήμιος απέτεμε τη σεπτή κεφαλή του το 1771 μ.Χ., χαρίζοντάς του το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου και πλουτίζοντας την Εκκλησία των Αθηνών με ένα καλλίνικο μάρτυρα.

Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης».

Το μοναδικό παρεκκλήσιο σ’ όλη την Πρωτεύουσα αφιερωμένο στον Άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ βρίσκεται στον Ιερό Ναό Αναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζή και Ντελακρουά), όπου κατά την παράδοση στην περιοχή αυτή βρισκόταν οι κήποι του Αγίου.

Το 2003 ανακηρύχθηκε προστάτης των διαιτολόγων και διατροφολόγων. Προς τιμήν του, ένας από τους κεντρικότερους δρόμος στη συνοικία της Αθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει το όνομά του (Οδός Μπακνανά), καθώς και η παρακείμενη στάση του τραμ.

Να σημειώσουμε τέλος, πως μερικοί συναξαριστές, όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τοποθετούν το μαρτύριο του Αγίου αυτού στα 1770 μ.Χ.

08 ΙΟΥΛΙΟΥ - Ὁ Ἅγιος Προκόπιος

 Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Μεγαλομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος, ἔζησε καὶ μεγάλωσε τὰ χρόνια ποὺ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων ἦταν ὁ Διοκλητιανός. Ὁ πατέρας του, ὁ Χριστοφόρος, ἦταν εὐσεβὴς ἄνθρωπος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν μητέρα του ποὺ πίστευε στὰ εἴδωλα. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἡ μητέρα του τὸν πῆγε στὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκανε ἡγεμόνα τῆς πόλης τῶν Ἀλεξανδρέων καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ καταδιώκει καὶ νὰ βασανίζει τοὺς χριστιανούς.

Ἔτσι ὁ Προκόπιος ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Κατὰ τὴν πορεία του ὅμως, ξαφνικὰ ἄρχισαν νὰ πέφτουν ἀστραπὲς καὶ βροντὲς καὶ ταυτόχρονα ἄκουσε φωνὴ νὰ τὸν καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του, ποὺ τὸν ἀπειλοῦσε μὲ θάνατο ἐπειδὴ θὰ κατεδίωκε τοὺς χριστιανοὺς καὶ ταυτόχρονα καὶ τὸν Ἀληθινὸ Θεό. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ Προκόπιος παρακάλεσε Ἐκεῖνον ποὺ τοῦ μιλάει νὰ τοῦ φανερωθεῖ περισσότερο γιὰ νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστὰ του ἕνας Σταυρὸς ἀπὸ κρύσταλλο καὶ ἀκούστηκε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἐσταυρωμένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα πίστευσε καὶ ἔγινε χριστιανός.

Λίγο ἀργότερα ἐπιστρέφοντας ἀπὸ νικηφόρα ἀποστολὴ κατὰ τῶν Σαρακηνῶν, ἡ μητέρα του προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Κατάλαβε ὅμως ὅτι εἶχε γίνει χριστιανὸς καὶ τὸν πρόδωσε στὸν αὐτοκράτορα. Ἐκεῖνος διέταξε τὸν ἡγεμόνα τῆς Καισαρείας Οὔλκιο νὰ τὸν ἀνακρίνει. Αὐτὸς τὸν χτύπησε πολὺ μέχρι λιποθυμίας καὶ μετὰ τὸν ἔκλεισε στὴν φυλακή. Μὲ τὴν χάρη τοῦ Κυρίου ὅμως οἱ πληγὲς ἐπουλώθηκαν καὶ ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά.

Στὴν συνέχεια ὁδηγήθηκε στὸ ναὸ τῶν εἰδώλων ὅπου μὲ τὴν προσευχή του κατάφερε καὶ συνέτριψε τὰ εἴδωλα. Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ πιστεύσουν σὲ αὐτὸν πολλοὶ, ἀνάμεσά τους καὶ ἡ μητέρα του. Ἀμέσως δόθηκε ἐντολὴ νὰ ἀποκεφαλιστοῦν ὅλοι ὅσοι εἶχαν πιστεύσει. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, δόθηκε ἐντολὴ νὰ γίνουν φρικτὰ βασανιστήρια στὸν Προκόπιο. Ὁ Ἅγιος ὑπέμενε μὲ πάρα πολὺ μεγάλη καρτερία ὅλα αὐτὰ καὶ μάλιστα κατάφερνε νὰ τὰ ξεπερνάει μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Τέλος δόθηκε ἐντολὴ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν καὶ ἔτσι παρέλαβε τὸ στεφάνι τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγρευθεὶς οὐρανόθεν πρὸς τὴν εὐσέβειαν, κατηκολούθησας χαίρων ὥσπερ ὁ Παῦλος Χριστῷ, τῶν Μαρτύρων καλλονὴ Μάρτυς Προκόπιε· ὅθεν δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, ἀριστεύσας εὐκλεῶς, κατῄσχυνας τὸν Βελίαρ· οὗ τῆς κακίας ἀτρώτους, σῶζε τοὺς πόθῳ σε γεραίροντας.

07 ΙΟΥΛΙΟΥ - Η ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ

   Ἡ Ἁγία Κυριακὴ ἡ Μεγαλομάρτυς 

(πανηγυρίζει το Ιερό Παρεκκλήσιο της Αγίας Κυριακής 
Αττικού Άλσους)  

ΔΕΥΤΕΡΑ 06 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
ΜΕΓΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
ΩΡΑ 19.00
ΤΡΙΤΗ 07 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΩΡΑ 07.00
ΕΣΠΕΡΑΣ
ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ - ΛΙΤΑΝΕΙΑ - ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ
ΩΡΑ 19.00


Ἦταν κόρη τοῦ Δωροθέου καὶ τῆς Εὐσεβίας. Αὐτοὶ ἦταν ἄτεκνοι καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς δώσει παιδί. Πράγματι, ὁ Θεὸς εὐδόκησε, καὶ τὸ χριστιανικὸ αὐτὸ ζευγάρι, ἀπέκτησε παιδί. Γεννήθηκε ἡμέρα Κυριακή, γι’ αὐτὸ καὶ τῆς ἔδωσαν τὸ ὄνομα Κυριακή.


Κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ, οἱ γονεῖς της συνελήφθησαν καὶ μετὰ ἀπὸ ἀνάκριση βασανίστηκαν καὶ ἀποκεφαλίστηκαν ἀπὸ τὸ δοῦκα Ἰοῦστο. Ἡ δὲ Κυριακὴ παραπέμφθηκε στὸν Καίσαρα Μαξιμιανό, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸν ἄρχοντα Βιθυνίας Ἰλαριανό, ὁ ὁποῖος τῆς ὑπενθύμισε ὅτι ἡ ὀμορφιά της εἶναι γιὰ ἀπολαύσεις καὶ ὄχι γιὰ βασανιστήρια. 

Τότε ἡ παρθένος κόρη τοῦ ἀπάντησε: «Οὔτε στὴ νεότητά μου, οὔτε στὴν ὀμορφιά μου δίνω τὴν παραμικρὴ προσοχή. Καὶ τὰ λαμπρότερα ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πράγματα εἶναι προσωρινά ὅπως τὰ ἄνθη καὶ κούφια ὅπως οἱ σκιές. Σήμερα, ἔπαρχε, εἶμαι ὄμορφη, αὔριο μιὰ ἄσχημη γριά. Νὰ κάνω, λοιπόν, κέντρο τῆς ζωῆς μου τὴν ὀμορφιά μου; Τὴν ἀξία της, ὅμως, τὴ γνώρισα στὶς ρυτίδες, ποὺ τὴν περιμένουν καὶ στὸν τάφο ποὺ τὴν καλεῖ. Νόμισες, λοιπόν, ὅτι θὰ κάνω τὴν τερατώδη ἀνοησία, νὰ χάσω τὴν αἰώνια λαμπρότητα γιὰ νὰ μείνω λίγο περισσότερο στὴ γῆ; Γι’ αὐτὸ στὸ ξαναλέω, ἔπαρχε: εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο χριστιανή».
 
Ἐξοργισμένος ὁ Ἰλαριανός, σκληρὰ τὴν βασάνισε καὶ διέταξε νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν. Ἄλλα πρὶν πέσει ἡ σπάθη, προσευχόμενη παρέδωσε τὸ πνεῦμα της στὸν Κύριο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Κυρίων τὸν Κύριον, καὶ Βασιλέα Χριστόν, ἐξ ὅλης ἠγάπησας, Κυριακή τῆς ψυχῆς, καὶ χαίρουσα ἤθλησας· ὅθεν Παρθενομάρτυς, παρ’ αὐτοῦ δοξασθεῖσα, βρύεις τοὶς σὲ τιμῶσιν, ἰαμάτων τὴν χάριν, τοῖς πᾶσιν αἰτουμένη, πταισμάτων συγχώρησιν.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 05 Ἰουλίου 2026
Ε΄ Ματθαίου
(Ματθ. η' 28 - 34,  θ΄ 1)
<<Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; ῏Ην δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. Οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ῾Υπάγετε. Οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. Οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.>>

Ἀνθρωποκτόνος
Ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα ὅτι ὁ Κύριος πῆγε στὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν. Ἐκεῖ Τὸν συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι «ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν»· ἔβγαιναν ἐπιθετικοὶ καὶ πολὺ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τὰ ἐκεῖ μνήματα, ὅπου εὐχαριστοῦνταν νὰ κατοικοῦν. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς. Μάλιστα ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος γράφει ἐπιπλέον ὅτι ἔβγαζαν ἄγριες κραυγὲς καὶ κατέκοπταν τὸ σῶμα τους μὲ μυτερὲς πέτρες (Μάρκ. ε´ 5)!

02 ΙΟΥΛΙΟΥ - Κατάθεσις της Τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου

  Κατάθεσις της Τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου
 Στο ναό των Βλαχερνών, που είχε κτίσει η βασίλισσα Πουλχερία, κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου και σύζυγος του αυτοκράτορα Μαρκιανού (451 - 457 μ.Χ.), είχαν κατατεθεί τα σπάργανα (εντάφια) της Θεοτόκου, τα όποια είχαν σταλεί από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιουβενάλιο (βλέπε ίδια ημέρα). Όταν δε ήταν αυτοκράτορας ο Λέων Α' ο Θράξ (457 - 474 μ.Χ.), οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κάνδιδος έφεραν από τα Ιεροσόλυμα και την τίμια εσθήτα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Λέων την παρέλαβε και την κατέθεσε στο ναό των Βλαχερνών, μέσα σε χρυσή λάρνακα.

 Η εσθήτα αυτή υπήρχε μέσα στο ναό των Βλαχερνών μέχρι το έτος 820 μ.Χ. Αλλά ο ναός αυτός το 1070 μ.Χ. κάηκε και κατόπιν, αφού ανοικοδομήθηκε, από απροσεξία ξανακάηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1434 μ.Χ. Βέβαια, πάντα τα τίμια αντικείμενα της Υπεραγίας Θεοτόκου γίνονται αφορμή στους αγωνιζόμενους χριστιανούς να μιμηθούν την αρετή της. Και όπως, λοιπόν, αυτή «διετήρει πάντα τὰ ρήματα (τοῦ Κυρίου) ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκά, θ' 51.), διατηρούσε, δηλαδή, τα λόγια του Υιού της βαθειά χαραγμένα στην καρδιά της, έτσι ας κάνουμε κι εμείς.
  
Ἀπολυτίκιον (Ἦχος πλ. δ’.)  
Θεοτόκε ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα, ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος, διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.)
Θεῖον ἔνδυμα, τῶν οίκτιρμῶν σου, καὶ ἱμάτιον ἀθανασίας, τὴν ἁγίαν σου Ἐσθῆτα καὶ ἄφθαρτον, τῇ κληρουχίᾳ σου Κόρη δεδώρησαι, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ σύναψιν. Ὅθεν Ἄχραντε, τὴν θείαν αὐτῆς κατάθεσιν, τιμῶντες εὐσεβῶς σὲ μεγαλύνομεν.