ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς 11 Ἰουνίου 2017
(Ἁγίων Πάντων)



(Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30)
<<Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μα­θηταῖς· πᾶς ὅστις ὁμολο­γήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπρο­­­­σ­­θεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνή­σηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμ­προσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶ­πεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυ­λὰς τοῦ Ἰσραήλ. καὶ πᾶς ὃς ἀ­φῆ­κεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελ­φὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνό­ματός μου, ἑκατον­ταπλασίονα λή­­ψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσον­ται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.>>

«Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι»

Τὴν προηγούμενη Κυριακὴ γιορτάσαμε τὴν Πεντηκοστή· σήμερα, Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάν­των, γιορτάζουμε τὸν καρπὸ τῆς Πεντηκοστῆς: ὅλους τοὺς Ἁγίους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα τὸν ἀπόστολο Πέτρο νὰ λέει πρὸς τὸν Κύριο: «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι». Νά, ἐμεῖς, Κύριε, τὰ ἀφήσαμε ὅλα γιὰ Σένα καὶ Σὲ ἀκολουθήσαμε. Ἡ φωνὴ αὐτὴ ὅμως εἶναι φωνὴ ὅλων τῶν Ἁγίων. Ἂς μελετήσουμε λοιπὸν σήμερα πολὺ σύντομα τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων, ποὺ τὰ ἄφησαν ὅλα γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἂς δοῦμε πῶς μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε....


1. Τὰ ἄφησαν ὅλα γιὰ τὸν Χριστὸ
Οἱ Ἅγιοι ἀγάπησαν τὸν Κύριο μὲ ὅλη τὴν ὕ­παρ­ξή τους, χωρὶς κρατούμενα. Ὅταν ἔλαβαν τὴν ὁριστικὴ κλήση ἀπὸ τὸν Κύριο, ἄφησαν τὰ πάντα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν. Ἐγκατέλειψαν τὴν προηγούμενη ζωή τους καὶ δόθηκαν ὁλοκληρωτικὰ σὲ Ἐκεῖνον. Ἔγιναν «οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ ἀρνίῳ ὅπου ἂν ὑπάγῃ»· ἀκολούθησαν τὸ Ἀρ­νίο, τὸν Χριστό, ὅπου πήγαινε· «οὐκ ἠγάπη­σαν τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἄχρι θανάτου», δὲν ἀγάπη­σαν τὴ ζωή τους, ἀλλὰ τὴν περιφρόνησαν μέχρι θανάτου (Ἀποκ. ιδ´ 4, ιβ´ 11). Θυσίασαν τὰ πάντα γιὰ Ἐκεῖνον, μέχρι καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους.

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι σὲ μιὰ στιγμὴ τὰ ἐγκατέλειψαν ὅλα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν. Οἱ ἅγιοι Μάρτυρες ἔχυσαν τὸ αἷμα τους, συνήθως μετὰ ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια, γιὰ τὴν ἀγάπη τους πρὸς Αὐτόν. Ἄλλοι ἔφυγαν στὶς ἐρήμους καὶ ἔζησαν ἀγγελι­κὴ ζωὴ μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ θαυμαστὴ σκληραγωγία. Ἄλλοι ἁγίασαν μέσα στὸ γάμο. Ἄλλοι ἔζησαν σὲ ἀνάκτορα, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὰ βασιλικὰ ἐνδύματα φοροῦσαν τρίχινο σάκκο καὶ περνοῦσαν τὶς νύχτες τους μὲ προσευχὴ καὶ κρυφὲς ἀγαθοεργίες.

Τί πειρασμοὺς ὑπέμειναν οἱ Ἅγιοι Πάν­τες γιὰ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Χριστό! Πόσο τοὺς πολέμησαν οἱ δαίμονες! Πόσο τοὺς χλεύασαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου! Καὶ ὅμως ἄντεξαν, νίκησαν· τὰ ἄφησαν πραγματικὰ ὅλα γιὰ τὸν Χριστό, διότι ὄν­τως Τοῦ ἔδωσαν τὴν καρδιά τους!

2. Μιμητὲς τῶν Ἁγίων
Μεγαλειῶδες τὸ πανόραμα τῶν Ἁγίων Πάντων, ποὺ ξετυλίγει μπροστά μας ἡ σημερινὴ Κυριακή! Ἀτενίζουμε τὶς ἱερὲς μορφές τους καὶ μιὰ ἐπιθυμία ξεπηδᾶ ἀπὸ τὴν καρδιά μας: «Θέλω κι ἐγὼ νὰ γίνω σὰν κι αὐτούς!». Ἀλλὰ πῶς; Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι.

Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ, ὅταν τὸν ρώτησαν τί ἔλειπε ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς του καὶ δὲν εἶχαν τοὺς καρποὺς τῆς ἁγιότητος ποὺ ἄλλοτε ἦταν τόσο ἄφθονοι, ἀπάντησε: «Δὲν λείπει παρὰ μόνο μία προϋπόθεση: ἡ ἀπόφαση». Οἱ Ἅγιοι δὲν ἦταν φτιαγμένοι ἀπὸ ἄλλο ὑλικό· ἦταν ἄνθρωποι σὰν κι ἐμᾶς. Σὲ ἕνα διέφεραν: στὸ ὅτι πῆραν στὰ σοβαρὰ τὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας τους.

Ἄλλωστε θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι πολυτέλεια. «Διώκετε... τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον», γράφει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος (Ἑβρ. ιβ´ 14). Ὄχι ἁπλῶς νὰ κάνετε κάποια προσπάθεια γιὰ τὸν ἐξαγιασμό σας, ἀλλὰ «διώκετε»· νὰ τὸν ἐπιδιώκετε δηλαδὴ μὲ ὅλες σας τὶς δυνάμεις. Διότι χωρὶς ἁγιότητα κανεὶς δὲν θὰ δεῖ τὸν Κύριο. Στὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, μετὰ ἀπὸ χρόνια πνευματικοῦ ἀγώνα, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε τουλάχιστον κάποια σημάδια ἀναγεννήσεως ἐπάνω μας, γιὰ νὰ βροῦμε ἔλεος.

Ἐξάλλου ἂς μὴ μᾶς ἀπογοητεύουν οἱ ἄφθαστες ἐπιδόσεις τῶν Ἁγίων. Γράφει πολὺ σοφὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης: Τὸ νὰ θαυμάζεις τὴν ἄσκηση τῶν Ἁγίων, εἶναι καλό· τὸ νὰ ἔχεις ζῆλο νὰ τὴν ἐφαρμόσεις, προξενεῖ τὴ σωτηρία. Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλεις νὰ μιμηθεῖς μονομιᾶς τὴ ζωή τους, αὐτὸ εἶναι παράλογο καὶ ἀδύνατο (Κλῖμαξ Δ´ λδ´).

Ἕνας οἰκογενειάρχης δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀσκητής· καλεῖται ὅμως νὰ ἁγιασθεῖ μέσα στὸ στίβο τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς. Ἕνας ἐπιχειρηματίας δὲν μπορεῖ νὰ παραμελήσει τὴν ἐπιχείρησή του. Θὰ ἀγωνισθεῖ ὅμως νὰ μὴ γίνει δοῦλος τοῦ χρήματος καὶ νὰ μὴν παραμελήσει τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Σὲ κάθε περίπτωση, μποροῦμε καὶ πρέπει μέσα στὴν καρδιά μας νὰ δώσουμε τὴν πρώτη θέση στὸ Χριστὸ καὶ νὰ βάλουμε σὲ δεύτερη μοίρα ὅλα τὰ ἄλλα.